• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Ο όρος 'coal scuttle' παραπέμπει στον όρο ''coal scuttle''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'coal scuttle' is cross-referenced with ''coal scuttle''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: coal scuttle, scuttle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coal scuttle (metal bucket)κουβάς για κάρβουνα φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scuttle,
scuttle along,
scuttle away,
scuttle off
vi
(insect: crawl quickly)τρέχω ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 A beetle scuttled along the rail.
scuttle,
scuttle along
vi
(person: move hurriedly)προχωράω γρήγορα, προχωράω βιστικά, περπατάω γρήγορα, περπατάω βιαστικά ρ αμ + επίρ
 (μεταφορικά)τρέχω ρ αμ + επίρ
 Richard was watching people scuttle along the busy road.
scuttle n(hurried run)βιαστικό βήμα, γρήγορο βήμα επίθ + ουσ ουδ
  τρέξιμο ουσ ουδ
 (ανεπίσημο)τρεχάλα ουσ θηλ
 The boy took off at a scuttle so that he would not be late for school.
scuttle,
coal scuttle
n
(bucket for coal)κουβάς με κάρβουνα περίφρ
  κουβάς για κάρβουνα περίφρ
 (πιο απλά)κουβάς ουσ αρσ
 A scuttle full of coal sat next to the stove.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scuttle n(ship: opening) (ναυτιλία: πόρτα πλοίου)μπουκαπόρτα ουσ θηλ
 (ναυτιλία: παράθυρο πλοίου)φινιστρίνι, φιλιστρίνι ουσ ουδ
 (ναυτιλία: παράθυρο πλοίου)παραφωτίδα ουσ θηλ
 The sailor went down through the scuttle.
scuttle,
scuttle away,
scuttle off
vi
(leave hurriedly)φεύγω γρήγορα ρ αμ + επίρ
  φεύγω βιαστικά ρ αμ + επίρ
 (καθομιλουμένη, μτφ)το σκάω έκφρ
 (αργκό, μεταφορικά)την κάνω, την κάνω με ελαφρά εκφρ
 The small man scuttled off quietly.
scuttle [sth] vtr(sink ship on purpose)βυθίζω ρ μ
 Having taken everything they wanted from it, the pirates scuttled the ship.
scuttle [sth] vtr(cause [sth] to fail on purpose)κάνω κτ να αποτύχει έκφρ
 (μεταφορικά)τορπιλίζω ρ μ
 John was fired when it was discovered that he had scuttled the project.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coal scuttle στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «coal scuttle».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!